Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

"Ο νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει". 
(Ελύτης-Μαρία Νεφέλη)

 

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Σαμπάχ


Πότε αλύγιστος και πότε χάρτινος,
από τα θαύματα του κόσμου εξαρτημένος.
Νότες ανήσυχες σκαλίζουν τα χωράφια μου
και κάθε άνοιξη φυτρώνουν βενσερέμος.

Όσοι με γέλασαν, όσοι με κέρασαν
πικρό ποτήρι κι άχρηστους κανόνες,
θα ηττηθούν απ' ό,τι πιο αδύναμο
από τη χλόη που σκεπάζει ερειπιώνες.

Ψυχή αδάμαστη, θεριό ανήμερο,
το απολιθωμένο φως να σε λογχίσει
κι από το διάφανο το τραύμα το γλυκό
ένα σαμπάχ μακριά να φτερουγίσει.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Dedication

Μικρέ Φωτεινέ Πρίγκηπα,
ποιός σε άφησε μονάχο
να περιπλανιέσαι
σαν ξέμπαρκος άστεγος
ανάμεσα στους αστερισμούς;
Εκεί κι εδώ
σκορπάς ροδοπέταλα
μιας ματαιόπονης αγάπης.
Ποιος τάχα να μαζέψει
τους σπόρους του έρωτά σου;
Σπαρτά χρυσίζουν στο πέρασμά σου
κι εγώ πονηρή αλεπού
καιροφυλαχτώ να βρω
τ'αντικλείδι του νου σου.
Έτσι απρόσμενα
θα έρθω ακάλεστη στα ονείρατά σου
και θα διαβώ απ'τη σκέψη σου.
Μικρέ Φωτεινέ Πρίγκηπα,
γίνε σηματοδότης μου
να φυτρώσει
κάθε αγκάθι
της λησμονιάς μου.
Ελένη Μ.


Το παραπάνω ποίημα γράφτηκε από μια παλιά συμμαθήτρια και καλή φίλη, την Ελένη. Ένα πρόσωπο που εκτιμώ πολύ και κάποιες φορές βαραίνω με τις δικές μου σκοτούρες, κυρίως γιατί θεωρώ πως αξίζει να τις μοιραστώ μαζί του.
Σ'ευχαριστώ πολύ για την αφιέρωση και το όμορφο mail που έλαβα.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

Έρχομαι από την έρημο των άστρων



Έρχεται η φωνή μου άνεμος του απείρου.
Έρχεται η φωνή μου φορτωμένη την αρσενική γύρη των άστρων·
Έρχεται στο λουλούδι του νου σου.

Έρχομαι από την άκρη μιας αιωνιότητας.
Με προβιά και με έκσταση
Μ' ένα κομμάτι σεληνόφωτο στο μέτωπο και μ' ένα κέρατο στη ζώνη
Με μνήμες από πάχνη κι από φωτιά
Έρχομαι από την άκρη μιας αιωνιότητας.
Άφησα τα χνάρια μου πάνω στον πηλό του φωτός.
Φόρεσα τη θωριά του νερού.
Φόρεσα τη δυσκινησία των οστρακόδερμων.
Βόσκησα τους ανέμους κι εξημέρωσα τους ήχους.
Έζησα του λύκου την έκσταση
Μπροστά στον πάγο και στη φωτιά.
Έρχομαι από την άκρη μιας αιωνιότητας.
Έρχομαι από την έρημο των άστρων.

Έρχομαι από την έρημο των άστρων.
Μοναχικός βαδίζω ερημώνοντας το μέλλον.
Στερεύουν οι πηγές της πλάνης τα πάντα ξηραίνονται.
Πλούσια απλώνεται η άμμος και μονάχα η άμμος
Χώρος για περισσότερη σκέψη
Χώρος για περισυλλογή κι ελευθερία
Χώρος του άδειου και της φωτιάς.
Έρχομαι από κει όπου πηγαίνετε
Έρχομαι από την έρημο των άστρων.
Μοναχικός φυτρώνω μες στην έρημο των λαών.
Ήλιος ώριμος.
Γέρνω από γύρη σοφίας.



Άτμαν - Θ.Παπακωνσταντίνου, Γ.Αγγελάκας


Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Eίν' η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή...





Τα λόγια μου είναι μια γλυκιά προσευχή
κουρνιάζουν έξω από το κλεισμένο σου παράθυρο
και αν τ' άφηνες θ' ανοίγαν μια ρωγμή
απ' το μικρό κελί σου ως το άπειρο
Μα εσύ σωπαίνεις και θρηνείς σαν τον κατάδικο
Πάνω απ' τη στάχτη που σκεπάζει τον παράδεισο
πάνω απ' τη στάχτη
Βάλε φωτιά σε ό,τι σε καίει, σε ό,τι σου τρώει την ψυχή
Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι, ανοιχτοί
Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή
Ζήσε μαζί μου στον αέρα, στη φωτιά στη βροχή
Μας περιμένουν άδειες μέρες ραγισμένοι ουρανοί
Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από πληγή σε πληγή




Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Τα χέρια




Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της; Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν.

Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της «πού τα ’μαθες αυτά μωρέ γυναίκα;»
Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, έτσι που κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει. Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και τα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.

Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ’πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της; Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους.
Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά. Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά  κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει.

Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα. Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξαναπλένει, δε λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλιστρούν απαλά το ένα μέσα στο άλλο, «κοίτα, λέει, που μ’ έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα» και γελάει από μέσα της και δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να’χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.

Ένα ποίημα του Μιχάλ Γκανά από τη συλλογή «Γυναικών, Μελάνι».

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Μέρες αργίας


Το blog αυτό αποτελεί το μέρος, όπου καταφεύγω όταν έχω τις μαύρες μου.

Να είσαι χαρούμενος φίλε αναγνώστη που δεν νιώθω, προς το παρόν, την ανάγκη να ανέβω στον αστεροειδή μου...
Να γελάς και να προβληματίζεσαι!

Υ.γ1: Μερικές σελίδες ακόμα για τον "Τελευταίο πειρασμό" του Νίκου Καζαντζάκη.
Yγ2: Στην επόμενη ανάρτηση θα σου γνωρίσω τον καινούργιο μου φίλο. Εκείνον που μου κρατάει συντροφιά καθώς διαβάζω και που θυμάται για μένα τη σελίδα στην οποία τα μάτια μου άρχισαν να κλείνουν νυσταγμένα. 

Yγ3: Τραγουδάκι; Εδώ!